Από την Αρχαιότητα μέχρι το Μεσαίωνα

Στην αρχαιότητα, η ευρύτερη περιοχή του σημερινού Δήμου Νέας Σμύρνης βρισκόταν εκτός του Θεμιστόκλειου τείχους του αθηναϊκού άστεως και ήταν ακατοίκητη.

Εκτεινόταν ανατολικά του Φαληρικού τείχους (ακολουθούσε περίπου τη σημερινή λεωφόρο Συγγρού μέχρι τον φαληρικό όρμο), που συμπλήρωνε τα Μακρά Τείχη ως προς την προστασία της επικοινωνίας της Αθήνας με το λιμάνι της, τον Πειραιά.

Το γεγονός ότι η περιοχή ήταν ακατοίκητη επιβεβαιώνεται από την απουσία αρχαιολογικών οικιστικών καταλοίπων.

Τα μόνα ευρήματα είναι ταφικού χαρακτήρα (επιτύμβιες στήλες, πήλινες και μαρμάρινες λάρνακες, του 4ου και του 2ου αι. π.Χ.), που ήρθαν στην επιφάνεια το 2012, κατά τη διάρκεια εργασιών, στην άκρη του οδοστρώματος της οδού Αγίας Σοφίας. Τα ευρήματα έχουν ήδη αναδειχθεί απ’ τη δημοτική αρχή και είναι επισκέψιμα.

Η Φαληρική οδός, σημαντικός δρόμος της αρχαίας Αθήνας, ένωνε το άστυ με τον όρμο του Φαλήρου, ενώ αποτελούσε και πορεία τελετουργικών πομπών. Ξεκινούσε από το Φάληρο, περνούσε ανατολικά της περιοχής όπου βρίσκεται σήμερα ο ναΐσκος των Αγίων Θεοδώρων στη Nέα Σμύρνη, συνέχιζε προς τον λόφο της Σικελίας και από εκεί, έφθανε στην Αθήνα.

Αυτή την οδό ακολούθησε ο Απόστολος Παύλος, αποβιβαζόμενος στο Φάληρο για να εισέλθει στην Αθήνα και να κηρύξει το Χριστιανισμό.

Το μέρος παρουσιάζει την ίδια εικόνα ακατοίκητης περιοχής με αγρούς και κατά τη διάρκεια των μεσαιωνικών χρόνων.

Από την Ελληνική Επανάσταση μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, η περιοχή της Νέας Σμύρνης συνδέεται με τη περίφημη μάχη Αναλάτου, που έγινε στις 24 Απριλίου 1827, στην οποία ηττήθηκαν οι Έλληνες επαναστάτες και οι Φιλέλληνες που συμμετείχαν σ’ αυτήν και η οποία σήμανε το τέλος της πολιορκίας της Ακρόπολης από τις δυνάμεις του Κιουταχή.

Το ακριβές σημείο της μάχης ήταν αρκετά βορειότερα του σημερινού δήμου, ανατολικά του ναού του Αγίου Σώστη, κοντά στον ναό του Αγίου Γεωργίου Κυνοσάργους.

Το όνομα Ανάλατος που έφερε παλιότερα η ευρύτερη περιοχή κατά μήκος της σημερινής λεωφόρου Συγγρού, από το ύψος του Αγίου Σώστη και νότια προς το Παλαιό Φάληρο, οφείλεται σε πηγάδι με γλυκό νερό, που βρισκόταν κοντά στο μεταγενέστερο ναό των Αγίων Θεοδώρων. Μία άλλη εκδοχή για την ονομασία, είναι ότι στην περιοχή φύτρωναν πολλά γαϊδουράγκαθα, τα οποία είναι μεν φαγώσιμα, αλλά όταν μαγειρεύονται δεν «τα πιάνει το αλάτι».

Ακόμα και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, η περιοχή παρέμενε αγροτική, ενώ εδώ είχαν μεγάλες ιδιοκτησίες Αθηναίοι, κυρίως Πλακιώτες και Μπραχαμιώτες. Ήταν εξαιρετικά αραιοκατοικημένη, αφού ακόμη και το 1885 είχε μόλις 4 κατοίκους, που έγιναν 46 μέχρι το 1920.

Πρώτος πυρήνας οίκησής της ήταν η περιοχή του Φάρου, που κατοικείτο από γηγενείς και προηγείται της έλευσης των προσφύγων.

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, στο πλαίσιο της αστικής αποκατάστασης των προσφύγων, η κυβέρνηση απαλλοτρίωσε εκτάσεις στην περιοχή αυτή για να στεγαστούν οι πρόσφυγες, οι οποίοι δημιούργησαν οικοδομικό συνεταιρισμό και λάμβαναν τα οικόπεδά τους έναντι αντιτίμου.

Ο τόπος που επιλέχτηκε για την εγκατάσταση των Σμυρναίων προσφύγων ήταν κοντά στην Αθήνα και τον Πειραιά, συνδεόταν οδικά μαζί τους και η αξία της γης ήταν σχετικά χαμηλή. Στις 14 Αυγούστου 1923, είκοσι μέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, υπογράφτηκε από τον Ν. Πλαστήρα, το Νομοθετικό διάταγμα «Περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως γηπέδου παρά τη Λεωφόρο Συγγρού», ενώ τον επόμενο χρόνο δημοσιεύτηκε το «Νέο Σχέδιο Αθηνών», το οποίο περιελάμβανε τον «Αστικό συνοικισμό των εκ Σμύρνης προσφύγων».
Είναι μοναδική περίπτωση προσφυγικού οικισμού, που αφενός δημιουργήθηκε σε ακατοίκητη περιοχή, αφετέρου σχεδιάστηκε εξαρχής ως αστικός. Οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στη Νέα Σμύρνη ήταν κυρίως από τα ιωνικά παράλια (Σμύρνη, Αδραμύττιο, Αϊβαλί, Φώκαια, Μοσχονήσια, Βουρλά, Τσεσμέ, Έφεσο), αλλά και από άλλες περιοχές (Πόντο, νότια και κεντρική Μικρά Ασία, Κωνσταντινούπολη, Θράκη).

Στα 1928, ο συνοικισμός είχε πληθυσμό μόλις 210 κατοίκων.

Η περιοχή αναπτύχθηκε σε πόλη με πληθυσμό 6.500 κατοίκων, στα 1933 και πριν το 1940, οι κάτοικοι είχαν φτάσει τους 15.000.

Η πόλη γνώρισε ραγδαία ανάπτυξη:

Δημιουργήθηκε το πρώτο εξατάξιο Γυμνάσιο, η Ευαγγελική Σχολή, δύο Δημοτικά Σχολεία ένα στην Ομήρου και ένα στην Αγ. Παρασκευή, ενώ το 1940, παραμονές του πολέμου εγκαινιάστηκε η Αγ. Φωτεινή.

Το Άλσος φυτεύτηκε το 1924, όταν υπουργός Γεωργίας ήταν ο Αλ. Παπαναστασίου και εκεί διοργανώθηκαν οι «Αγροτικές Γιορτές» και τα «Ανθεστήρια».

Την περίοδο αυτή ιδρύθηκε και ο Αθλητικός Όμιλος Νέας Σμύρνης, ο σημερινός Μίλωνας, ενώ ο Πανιώνιος Γ.Σ.Σ. που είχε ιδρυθεί στη Σμύρνη το 1890, εγκαταστάθηκε στη Ν. Σμύρνη μετά την παραχώρηση σε αυτόν του Δημοτικού Σταδίου, που ολοκληρώθηκε το 1940.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, δημιουργήθηκε το νεκροταφείο της πόλης.
Το 1934, η Νέα Σμύρνη έγινε κοινότητα. Στις εκλογές που ακολούθησαν πρώτος κοινοτάρχης εκλέχτηκε ο Αθ. Καρύλλος.

Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι σήμερα

Η Νέα Σμύρνη έγινε δήμος μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την Απελευθέρωση, το 1944. Πρώτος δήμαρχος στη θέση του Καρύλλου που, εν τω μεταξύ είχε παυθεί από τις αρχές κατοχής, διορίστηκε ο Ι. Μαγκριώτης.

Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών του 1944, η περιοχή έγινε θέατρο μαχών μεταξύ Βρετανικών στρατευμάτων και μαχητών του ΕΛΑΣ.

Μετά τον πόλεμο, η πόλη ενσωματώθηκε στην Αθήνα, η οποία γιγαντώθηκε από την εσωτερική μετανάστευση και άρχισε να επεκτείνεται προς τα ανατολικά και νότια, με ολοένα αυξανόμενο πληθυσμό. Επεκτάθηκε κυρίως ανατολικά και νότια – Φάρος, Λουτρά, Νεκροταφείο, Αμφιθέα – καταλαμβάνοντας, μέχρι το 1960, όλη της την έκταση.

Ο πληθυσμός αυξανόταν σταθερά και, την περίοδο αυτή, συμπληρώθηκε η κοινωνική και τεχνική υποδομή της πόλης (δρόμοι, συγκοινωνία, ηλεκτροφωτισμός, ύδρευση, αποχέτευση, καθαριότητα και υγιεινή).

Οι πρώτες πολυκατοικίες εμφανίστηκαν στη Νέα Σμύρνη το 1955-60, γύρω από την κεντρική πλατεία και την πλατεία Χρυσοστόμου Σμύρνης. Η οικοδόμηση και οι μεγάλοι συντελεστές δόμησης εξαφάνισαν, τον ένα μετά τον άλλο, όλους τους ελεύθερους χώρους της πόλης.
Την τελευταία εικοσαετία, η Νέα Σμύρνη, έχοντας καλύψει όλη της την έκταση, αναπτύχθηκε αποκλειστικά καθ’ ύψος και ο πληθυσμός της διπλασιάστηκε.
Κεντρικό στοιχείο της ταυτότητάς της, είναι η ανάμνηση των δεσμών των πρώτων κατοίκων της με τη Μικρά Ασία.

Ως τόπος εγκατάστασης προσφύγων και μάλιστα, με συνειδητή πρόθεση την αναβίωση του μικρασιατικού, και κυρίως του σμυρναϊκού, περιβάλλοντος στη νέα πατρίδα, η Νέα Σμύρνη είναι ένας χώρος, του οποίου πλήθος στοιχείων και θεσμών φέρουν τη σφραγίδα της μικρασιατικής και προσφυγικής μνήμης, παραπέμπουν στη μικρασιατική καταγωγή των πρώτων οικιστών και τη διαιώνιση της μνήμης των χαμένων πατρίδων.

Έτσι, τα οδωνύμια της πόλης αναπαριστούν το μικρασιατικό τοπίο ή ιστορικά πρόσωπα μικρασιατικής καταγωγής, στιγμές και πρωταγωνιστές της μικρασιατικής εκστρατείας, τα υπαίθρια γλυπτά της απαθανατίζουν με διάφορους τρόπους την παλιά πατρίδα, τον πόλεμο, το δράμα της προσφυγιάς, αλλά και το χρονικό της εγκατάστασης και της δημιουργίας της νέας πόλης.